Νικόπολις

 

 

ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ
 ( ΠΥΛΗ ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ )

Η Αρχαία Νικόπολη ήταν πόλη της Ηπείρου που ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους στη νοτιοδυτική Ήπειρο κοντά στην σημερινή Πρέβεζα. Ο αρχαιολογικός της χώρος αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη σε έκταση αρχαία πόλη της Ελλάδας (Χ.Γκούβας, 2009). Η Αρχαία Νικόπολη βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην ομώνυμη κοινότητα Νικόπολη στο πιο στενό σημείο του ισθμού της χερσονήσου της Πρέβεζας, επαρκώς προστατευμένη νομοθετικά από τη δόμηση, με αρχαιολογικό νόμο, και είναι επισκέψιμη. Εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης είναι συνεχώς σε εξέλιξη σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου. Την τελευταία δεκαετία καθαρίστηκαν και αναδείχθηκαν τα Τείχη, το Στάδιο και οι δύο Βασιλικές Αλκίσωνος και Δουμετίου

Ίδρυση της πόλης

Η Νικόπολη (πόλη της νίκης), χτίστηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Αύγουστου Οκταβιανού (ή Οκτάβιου), πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, για να τιμήσει τους θεούς, κυρίως τον «Άκτιο Απόλλωνα» ή, όπως λένε άλλοι, τον Ποσειδώνα (θεός της θάλασσας) και τον Άρη (θεός του πολέμου) για τη νίκη που του έδωσαν κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στη μεγάλη Ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. (The Naval Battle of Actium). Μετά την Ναυμαχία του Ακτίου και την αυτοκτονία του Μάρκου Αντωνίου και της ερωμένης του Κλεοπάτρας Ζ', τελευταίας βασίλισσας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, επήλθε το τέλος της Ελληνιστικής Εποχής και η αρχή της Ρωμαϊκής περιόδου και φυσικά η πλήρης επικράτηση του Αυγούστου Οκταβιανού. Για να συνοικίσει τη Νικόπολη ο Αυτοκράτωρ Αύγουστος Οκταβιανός, μετέφερε από παντού (προφανώς διά της βίας) κατοίκους παλιών πόλων κατεστραμμένων ή και άλλων που εξακολουθούσαν να υπάρχουν: Θύρρειο,Αρχαία Εφύρα, Αρχαία Καλυδών, Αμφιλοχικόν Άργος, Αμβρακία, Ανακτόριον, Κεκροπία, Αλυζία, Όρραον, Κασσώπη, Πανδοσία, Βουχέτιο, από Κόρινθο, αλλά και Ιταλία ακόμα, κλπ. Είναι γνωστό ότι ο Ρωμαίος στρατηγός, Αιμίλιος Παύλος – ως αντίποινα για τις επιθέσεις του Ηπειρώτη Βασιλιά Πύρρου - το 168 π.Χ. είχε καταστρέψει εβδομήντα πόλεις της Ηπείρου, των οποίων οι κάτοικοι διέφυγαν στα ορεινά ως περιφερόμενοι νομάδες. Απ' όλες λοιπόν τις πόλεις, κατεστραμμένες ή όχι ήρθαν να στεγασθούν στην καινούργια πόλη, στην οποία ο Αύγουστος Οκταβιανός είχε χορηγήσει ένα σωρό προνόμια, φορολογική ατέλεια και ισοπολιτεία με τους Ρωμαίους πολίτες. Η θέση όπου ιδρύθηκε η Νικόπολη συγκέντρωσε αξιόλογα πλεονεκτήματα ως προς την οικονομία το εμπόριο και τη στρατηγική σημασία της. Παρόλο που στην Νικόπολη τα τείχη κρίνονταν ως περιττή πολυτέλεια κάτω από την ασπίδα της PAX ROMANA, κατασκευάστηκαν για ψυχολογικούς λόγους κυρίως.Η ίδρυση της Νικόπολης δεν υπαγορεύτηκε μόνο από την ανάμνηση της νίκης του Οκταβιανού, αλλά αποσκοπούσε κατά κύριο λόγο στο στρατιωτικό έλεγχο της δυτικής Ελλάδας από τους Ρωμαίους, καθώς και στην οικονομική ενίσχυση της περιοχής η οποία είχε περιέλθει σε κατάσταση πλήρους ερήμωσης μετά την καταστροφή από το Αιμίλιο Παύλο. Η Νικόπολη είχε δικό της νομισματοκοπείο το οποίο παρήγαγε εξαίρετης ποιότητας χαλκά νομίσματα (για την εσωτερική αγορά) από τους χρόνους του Αυγούστου έως τους χρόνους του αυτοκράτορα Γαλλιηνού.
. Η Νικόπολη, άκμασε πολύ σύντομα και σύμφωνα με κάποιες απόψεις ιστορικών έφθασε να έχει πληθυσμό 300.000 κατοίκους, στο έτος 293 μ.Χ., όταν ήταν πρωτεύουσα της Ηπείρου. “Πόλις ευανδρούσα, λαμβάνουσα καθ ημέραν επίδοσιν”, γράφει ο Στράβων αναφερόμενος στην Νικόπολη. Οι σημερινές απόψεις των αρχαιολόγων είναι διαφορετικές. Συγκλίνουν σε πληθυσμό 60.000-100.000 κατοίκων, όπως προκύπτει από τη μελέτη της χαρτογραφίας του πολεοδομικού σχεδίου της πόλης. Η Νικόπολη πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε πλούσια, πολυάνθρωπη, μεγάλη πόλη και πρωτεύουσα της Ηπείρου, η μεγαλύτερη πόλη όλης ίσως της χερσονήσου του Αίμου.

Σύμφωνα με την πληροφορία του Στράβωνα (VII,7,6: «Η μεν ουν Νικόπολις...χώραν τε έχουσα πολλήν»), η Νικόπολη είχε εκτεταμένη επικράτεια («χώρα»), που τα όριά της όμως δεν είναι δυνατό να καθοριστούν επακριβώς, γιατί λείπουν οι άμεσες φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες (όπως π.χ. οροθετικές επιγραφές κ.ά.). Έτσι, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν με βάση έμμεσες πληροφορίες και ιστορικογεωγραφικά κριτήρια (μελέτη του εδαφικού ανάγλυφου κ.ά.). Εικάζεται λοιπόν ότι ο ζωτικός της χώρος θα εκτεινόταν κυκλικά γύρω από τον Αμβρακικό κόλπο. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τη ρωμαϊκή πρακτική στις οριοθετήσεις, σύμφωνα με την οποία συνήθως γίνονταν σεβαστά τα όρια των αρχαίων φυλετικών περιοχών, η «χώρα» της θα είχε συμπεριλάβει μέσα στα όριά της την αρχαία Κασσωπαία, την Αμβρακία με την επικράτειά της, την αρχαία Αμφιλοχική και το μεγαλύτερο μέρος της Ακαρνανίας. Με βάση δηλαδή τη σύγχρονη διοικητική διαίρεση, εκτεινόταν στο μεγαλύτερο μέρος των σημερινών νομών Πρέβεζας και Άρτας, καθώς και σ' ένα μέρος του νομού Αιτωλοακαρνανίας (επαρχίες Βάλτου και Βόνιτσας-Ξηρομέρου). Η συνολική της έκταση εκτιμάται ότι θα έφτανε περίπου τα 1500 τετρ. μίλια (= 4000 τετρ. χλμ.), όταν ο μέσος όρος των «χωρών« (territoria) των πόλεων της Γαλατίας και της Μ. Ασίας ήταν γύρω στα 600 τετρ. μίλια. Από τη σύγκριση αυτή φαίνεται καθαρά η μεγάλη έκταση που είχε η «χώρα» της Νικόπολης, όπως ακριβώς μαρτυρεί ο Στράβωνας. Μέσα σε αυτή την έκταση έχουν επισημανθεί ως τώρα πάνω από πενήντα (50) αρχαιολογικές θέσεις, που ανήκουν σε "περιοικίδες" πόλεις και κώμες εξαρτώμενες διοικητικά από τη Νικόπολη. Επίσης, έχουν βρεθεί αρκετές επιγραφές, οι οποίες, μαζί με τις επιγραφές του αστικού κέντρου (αναθηματικές, τιμητικές, επιτύμβιες κ.ά., φτάνουν συνολικά τον αριθμό των διακοσίων (200) περίπου επιγραφών.

Το έτος 22 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος δείχνων το μεγάλο του ενδιαφέρον για το κτίσμα του, υπογράφει διάταγμα με το οποίο εισάγει νέο σύστημα επαρχιακής διοίκησης και «καθιστά την Νικόπολη οιονεί πρωτεύουσαν και μητρόπολιν της Νοτίου Ηπείρου και Ακαρνανίας». Επίσης είναι σημαντικό ότι ο ιστορικός Πλίνιος αποκαλεί το Άκτιον αποικίαν του Αυγούστου, ενώ την Νικόπολη την αποκαλεί ελευθέραν Νικοπολιτανήν Πολιτείαν, ή στα λατινικά «Civitate Libera Nicopolitana».

Το τέλος της Νικόπολης (1204 μ.Χ.)

Όπως παρατηρούμε, από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ., η Νικόπολη συνεχίζει να επιβιώνει παρά τις διαδοχικές επιδρομές, τις λεηλασίες, τις καταστροφές και την παρακμή που επέφεραν στη διοίκηση και την οικονομία της. Τη Νικόπολη τελικά κατέστρεψαν τον 10ο και 11ο αιώνα ολοκληρωτικά οι Βούλγαροι, όχι τόσον κτιριακά και πολεοδομικά, αλλά πληθυσμιακά, προφανώς αναγκάζοντας τους κατοίκους να μεταναστεύσουν σε ορεινό περιβάλλον λόγω των συχνών επιδρομών τους. Πιθανολογείται ότι ορισμένοι από αυτούς παρέμειναν μονίμως στην περιφέρεια της Νικοπόλεως, ή μετακινήθηκαν στην νέα πόλη Πρέβεζα ή στις γύρω περιοχές. Οι κάτοικοι της Νικόπολης, όσοι μπόρεσαν να σωθούν, πήραν τα βουνά ως νομάδες κτηνοτρόφοι και προφανώς δημιούργησαν πολλούς οικισμούς σε ορεινό περιβάλλον, στους νομούς Πρέβεζας, Αρτας, Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων, οικισμοί οι οποίοι υπήρχαν μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ορισμένοι κάτοικοι της Νικοπόλεως πιθανώς επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν αργότερα σε πρόχειρες καλύβες σε ένα από τα λιμάνια της Πρέβεζας, ζώντας από την αλιεία, την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Σεισμοί, επιδρομές, πυρκαγιές, ερήμωσαν τελικά τη Νικόπολη τον 10ο-11ο αιώνα, και την μετέτρεψαν σε ένα απέραντο ερειπιώνα.

Ο αρχαιολογικός χώρος σήμερα

Η Νικόπολη βρίσκεται σε ισθμό του οποίου το πλάτος στο σημείο αυτό δεν ξεπερνά τα 2,5 χλμ. Το Ιόνιο πέλαγος βρίσκεται στο δυτικό μέρος (παραλία Μονολίθι) ενώ στο ανατολικό μέρος είναι το τμήμα εκείνο του Αμβρακικού κόλπου που λέγεται Μάζωμα και είναι ένα είδος λιμνοθάλασσας, που ήταν άλλοτε ιχθυοτροφείο. Η περιοχή αυτή έχει χαρακτηρισθεί με νόμο ως «αρχαιολογική ζώνη Α». Ουδεμία δραστηριότητα επιτρέπεται σε αυτή, πέραν των ήπιων επιφανειακών αγροτικών καλλιεργειών. Στο μέγεθός της τη Νικόπολη συναγωνίζονται το αρχαίο Βουθρωτόν στη σημερινή Αλβανία (Butrint) και το αρχαίο Δίον στο Νομό Πιερίας (Χαράλ. Γκούβας, 2009). Πολλά από τα ερείπια κτίρια της Νικόπολης ήταν εμφανή ακόμα και επί εποχής Αλή Πασσά, άλλα ανασκάφτηκαν από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα το 1916, αρκετές εργασίες έγιναν από τον Αναστάσιο Ορλάνδο τα έτη 1960-1965, αλλά η πιο συστηματική εργασία ανάδειξης έγινε από την ΙΒ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων (έδρα Ιωάννινα) τα τελευταία χρόνια (1995-2005), υπό την επίβλεψη του καθηγητή Δρ. Κωνσταντίνου Ζάχου.

Συνιστώμενη σειρά επίσκεψης είναι η εξής: Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως στην Πρέβεζα (5ο χιλιόμετρο), Ρωμαϊκά τείχη και Νεκροταφείο (Ασύρματος), Παλαιοχριστιανικά Τείχη, και Ωραία Πύλη, "Αραπόπορτα", Βασιλική Δομετίου, Υδατοδεξαμενές, Νότιες Θέρμες, Βασιλική Αλκίσσονος, Ωδείο (κλειδωμένο), Νυμφαίον, Επαυλη του Μάνιου Αντωνίνου (κλειδωμένη), Ρωμαϊκό Στάδιο, Θέατρο Οκταβιανού, Μνημείο Αυγούστου (κλειδωμένο). Από τη σημερινή υποδομή της Νικόπολης λείπει οργανωμένος πεζόδρομος και σήμανση, ενώ δεν υπάρχει φροντίδα για τη βλάστηση. Ορισμένοι χώροι είναι κλειδωμένοι και μη επισκέψιμοι (Ωδείον και Μνημείο Αυγούστου) ή δύσκολα επισκέψιμοι λόγω βλάστησης (Νυμφαίον). Πέραν αυτού, λόγω του τεράστιου χώρου απαιτείται τροχοφόρο για τη μετακίνηση. Ο αρχαιολογικός χώρος της Νικόπολης διασχίζεται παρανόμως από την επαρχιακή οδό Πρέβεζας – Άρτας και έχει ανακοινωθεί η μεταφορά του όταν αρχίσουν τα έργα κατασκευής του «αρχαιολογικού πάρκου Νικόπολης». Την τελευταία δεκαετία, χάρις στις προσπάθειας του Δρ. Κων. Ζάχου, έγιναν αρκετές εργασίες ανάδειξης στην Νικόπολη και έγιναν επισκέψιμα κάποια μνημεία.